βωλήτης

βωλήτης,
A = βωλίτης, Ath.3.113e:—hence [full] βωλητῖνος ἄρτος a loaf of this shape, ibid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βωλίτης — και βωλήτης, ο (Α) είδος μύκητα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βωλήτης είναι δάνειο από το λατ. bōlētus, το οποίο μαρτυρείται από την εποχή του Σενέκα και χρησιμοποιείται για να δηλώσει εκτός από τον βωλήτη όλα τα μανιτάρια, εδώδιμα ή μη. Η υπόθεση ότι η… …   Dictionary of Greek

  • ԹՆՋՈՒԿ — ( ) NBH 1 0815 Chronological Sequence: Unknown date գ. βωλήτης boletus, fungi genus Որպէս Ազգ սնկոյ. մանթար: Գաղիան …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.